- υποσχετικός
- -ή, -ό1. που έχει σχέση με την υπόσχεση.2. ο πρόθυμος σε υποσχέσεις, που υπόσχεται εύκολα.3. το θηλ. ως ουσ., υποσχετική η μεταγραφή αθλητή (κυρ. ποδοσφαιριστή) από το σωματείο όπου ανήκει σε άλλο για ορισμένο χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη του οποίου ο αθλητής ανήκει πάλι αυτοδίκαια στο πρώτο σωματείο: Ο «Μακεδονικός» πήρε τερματοφύλακα με υποσχετική δύο χρόνων από το «Θερμαϊκό».4. το ουδ. ως ουσ., υποσχετικό έγγραφο με το οποίο δίνει κανείς ορισμένη υπόσχεση σε άλλον: Υπογράφτηκε και από τους δύο το υποσχετικό.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.